Ο θεραπευτής αποδέχεται το άτομο, όπως είναι. Δεν ενεργοποιεί αξιολογικούς όρους (π.χ. είναι καλό να…, δεν πρέπει να…) ούτε και προσωπικές εκτιμήσεις (εγώ πιστεύω ότι…). Ο άνθρωπος μέσα στη θεραπεία πρέπει να μπορεί να υπάρξει έτσι όπως ακριβώς είναι, διότι μόνον έτσι θα μπορέσει ο θεραπευτής να τον κατανοήσει πλήρως και στη συνέχεια να βρει μαζί του τρόπους για να επιτευχθεί η αλλαγή.
Όταν η αποδοχή δεν συμβαίνει ή συμβαίνει υπό όρους, τότε το άτομο δεν είναι ελεύθερο να είναι ο εαυτός του. Το ερώτημα που τίθεται, λοιπόν, είναι: Πώς θα αλλάξεις κάτι, αν πρώτα δεν είσαι ελεύθερος να το αποδεχθείς; Σε περίπτωση που θεραπευτής και θεραπευόμενος κινούνται σε μία απατηλή βάση για το τι αισθάνεται ή τι σκέφτεται ο τελευταίος, τότε οποιοδήποτε πλάνο αλλαγής δεν θα έχει ουσιαστική αξία.
Στην πραγματικότητα τα άτομα που δυσκολεύονται να αποδεχτούν τον εαυτό τους σε όλες του τις διαστάσεις, είναι άτομα ανασφαλή με συχνά δυσλειτουργικές οικογενειακές σχέσεις κατά την παιδική ηλικία. Έχουν εσωτερικεύσει τους όρους και τις προϋποθέσεις αγάπης που οι σημαντικοί άλλοι έχουν προβάλει σε αυτούς. π.χ. “Αξίζεις ως άτομο, μόνο όταν ανταποκρίνεσαι στις προσδοκίες που εγώ έχω από εσένα”, “σε αγαπάω μόνο όταν συμπεριφέρεσαι ή σκέφτεσαι με τον τρόπο που εγώ θα ήθελα”. Επομένως έχοντας αυτή την πεποίθηση, συνεχίζουν να θέτουν τις ίδιες προϋποθέσεις προς τον εαυτό τους και μετά την ενηλικίωση, με αποτέλεσμα να αποξενώνονται από τις πραγματικές τους σκέψεις, συναισθήματα και επιθυμίες, δηλαδή από το ίδιο τους το Εγώ.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου